Ὑακίνθους

Ὑακίνθους
Ὑάκινθος
Hyacinthus
masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ὑακίνθους — ὑάκινθος Hyacinthus masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • COMA Hyacinthina — apud Poetas frequens. Sic apud Longum, ubi describitur forma decusque Daphnidis, Coma ei adscribitur, hyacinthino flori similis, Ο῾ρᾷς ὡς ὑακίνθῳ μέν τὴν κόμην ὁμοίαν ἔχει; imitatione scil. Homeri, qui, ut Ulysses Nausicaae gratior esset, ait… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • HYACINTHINUS Color — eximius olim habitus. Hinc Panthea marito offert, cum aurea casside et armillis, Χιτῶνα πορφυροῦν ποδήρη καὶ λόφον ὑακινθινοβαφῆ tunicam purpuream talarem et conum hyacinthini coloris, apud Xenoph. Cyrop. l. 6. Circa Cyrieiusdem sepulchrum, apud… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ζουμπούλι — Βολβόρριζη μονοκοτυλήδονη πόα της οικογένειας των λειριιδών ή λιλιδών. Η επιστημονική ονομασία της είναι υάκινθος ο ανατολικός (hayacinthus orientalis). Προέρχεται από τη Μικρά Ασία και έχει διαδοθεί σε πολλές χώρες ως καλλωπιστικό φυτό, είτε για …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”